• Δράμα, Κωμωδία
  • Σκηνοθεσία: The Boy (Αλέξανδρος Βούλγαρης)
  • Με τους: Ανθή Ευστρατιάδου, Σοφία Κόκκαλη, Ηρώ Μπέζου, Δάφνη Πατακιά, Βαγγέλης Λούκισας, Ελένη Μπέρτες, Κλειώ Κτενά 

από τον Γιάννη Ραουζαίο

Winona

3.5 out of 5 stars (3.5 / 5)

Για μία ακόμη εβδομάδα συνεχίζεται η πορεία της καλύτερης κατά την γνώμη μας ταινίας, του The Boy, δηλαδή του κατά κόσμον Αλέξανδρου Βούλγαρη, μουσικού και σκηνοθέτη. Την είχαμε δεί στην πανελλήνια πρεμιέρα της στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και είχαμε μαγευτεί! 
Ο Τhe Boy επιστρέφει στον ιδιαίτερο κόσμο που παρακολουθεί, συνθέτει και αφουγκράζεται τις κρυμμένες του, ενίοτε γλυκόπικρες, ενίοτε μελαγχολικές, πλευρές, πάνω από δεκαπέντε  χρόνια τώρα.
 Στην “Winona”( με την αναφορά για την ηθοποιό Winona Ryder, icon  και κινηματογραφική περσόνα των nineties να είναι εμφανής), ο Τhe Boy κινηματογραφεί, τέσσερα όμορφα νεαρά κορίτσια τα οποία παίζουν, γελούν και κολυμπουν κατά την διάρκεια μίας και μοναδικής ημέρας, σε μία απόμερη παραλία. Η αναφορά στην χρονική διάρκεια μίας ημέρας, εύκολα μας είχε φέρει στον νού τότε και τώρα ένα άλλο ανάλογο πείραμα , στην ταινία “παραλία” του Φ.Οζόν. Εδώ όμως είναι πολύ διαφορετικό το υπαρξιακό και συναισθηματικό πλέγμα σχέσεων που συνδέει τις ζωές,και την ιστορία των ηρωίδων.
 Από τις πρώτες στιγμές διαπιστώνουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στους χαρακτήρες της παρέας των κοριτσιών; Φορούν και οι τέσσερις γυαλιά (και μάλιστα αρκετά πανομοιότυπα!), αγαπούν το καλό σινεμά, δεν μασούν τα λόγια τους στα πειράγματα τους η μία την άλλη και φαίνονται να έχουν μοιραστεί ένα κοινό παρελθόν που τις έχει δέσει πάρα πολύ. Όλα φαίνονται να βαίνουν καλώς αρχικά αλλά σύντομα διαπιστώνουμε οτι υπάρχει κάτι που υποσκάπτει την χαρούμενη ατμόσφαιρα.
 Γιατί ενώ επιχειρούν να κάνουν η μία στην άλλη “πατητές” στην θάλασσα, ξαφνικά η μία ξεσπά σε κλάμματα; Ποιοί φαίνεται να κατοικούν στο σπίτι ή παραθαλάσσια πανσιόν στον λόφο; Ποιός είναι τέλος ο λόγος που ενώ είναι κατακαλόκαιρο, ο σκηνοθέτης επιλέγει να υπάρχουν και στιγμές συννεφιάς που κινηματογραφούνται να σκεπάζουν τους παιχνιδιάρικους τρόπους και τις χειρονομίες των κοριτσιών, και κυρίως, ποιοι είναι οι δύο κάτοχοι του αυτοκινήτου που είναι σταματημένο στο πλάι της παραλίας, φαίνεται να γνωρίζονται με τα κορίτσια και δεν βγαίνουν καθόλη την διάρκεια της ημέρας από το όχημα τους;
Κάποιο υποβόσκον μυστικό και η απειλητική παρουσία μίας πράξης ή κατάστασης του παρελθόντος, αρχίζει να φιλτράρει σιγά-σιγά, μέσα σε μία αργή αλλά πυκνή κλιμάκωση της δράσης, με διαφορετικά, πιο μελανά χρώματα, αυτή την κοριτσίστική καλοκαιρινή επίσκεψη, τα χάδια τους, την αύρα των σωμάτων και τα παιχνίδια δίπλα στην θάλασσα. Ο The Boy,  με την συνοδεία  δικής του μουσικής, απολύτως εναρμονισμένης με την εξέλιξη της ατμόσφαιρας της ιστορίας που διηγείται, παρ-ακολουθεί, αυτή την πορεία αποκάλυψης του κρυμμένου μυστικού.
 Την αλήθεια που, αχνά στην αρχή, αλλά αδυσώπητα πανίσχυρη στο τέλος, έρχεται μαζί με το φώς που αποχωρεί και την νύχτα που θα σκεπάσει το τοπίο, να μας αποκαλυφθεί πρός το τέλος της ταινίας και ειδικά στο, ακρως σκοτεινά ρομαντικό, φινάλε της. 
Η ταινία συσσωματώνει  τον ερωτισμό αλλά και την αφέλεια της νιότης σε ένα ενιαίο σώμα, με το δραματικό, ενίοτε τραγικό, στοιχείο μιάς επερχόμενης υπαρξιακής εκκάλυψης να  σκεπάζει αυτό, σταδιακά, σε μια διαρκή, γεμάτη ένταση, . Οι διάλογοι και η φωτογραφία συνδέουν όχι τόσο την αναλυτική αφήγηση της ιστορίας, αλλά περισσότερο τις στιγμές εκείνες που η εκκάλυψη, διαπερνά  τα κενά του λόγου.
 Οι αναδύσεις των σιωπών ανάμεσα στις λέξεις, με τα πρόσωπα και τις εκφράσεις τους να ζωγραφίζουν την γυμνή τους μορφή στην κάμερα,  πυροδοτεί σταδιακά και αδυσώπητα τις ελλοχεύουσες σε ολόκληρο το αφηγηματικό σώμα του έργου, απαντήσεις. 
Ο εναλλασόμμενος ρυθμός των εικόνων, και οι εμβόλιμες αναφορές σε σκηνοθέτες, ταινίες και αστείες στιγμές με φίλους ή εραστές, λειτουργούν ως τμήμα αυτής της υπαρξιακής σκιαγράφησης. Υπάρχει χαρά εδώ, υπάρχει κι η ευλογία των ουρανών, αλλά υπάρχει και κάποιο μυστικό, όπως υπάρχει και ένα κρυμμένο δράμα πίσω από την σκηνή αυτού του θεάτρου φωτεινών σκιών. Ήδη όταν το διαπιστώνουμε αυτό έχουμε πλέον γίνει κοινωνοί του μυστηρίου.
 Τα επιμέρους στοιχεία του στην ένωση τους, συνθέτουν εμπρός στα μάτια μας μία κρυμμένη αρχικά αλλά ορατή όλο και περισσότερο πλέον τελετουργία. Μία τελετουργία χειρονομιών, αισθήσεων, και προσφοράς, για ό,τι η παρέα των κοριτσιών, είχε συναντήσει στο παρελθόν, είχε αγαπήσει, είχε αναμετρηθεί και  τώρα πλέον καλείται, μέσα σε αυτήν την συγκεκριμένη ημέρα, να τιμήσει και να αποχωριστεί οριστικά.
Το κλείσιμο της ταινίας μαζί με την λύτρωση που επιφέρει αποκαλύπτει, την τρομακτική ευαισθησία που η πλησμονή της ανεπιτυχούς υπερβασης της μας έφερε εμπρός στο δράμα. Η αλήθεια είναι πάντοτε εδώ αλλά οι μικρές πράξεις μας, είναι αυτές που καθοδηγούν τις επιλογές μας και τα αποτελέσματα τους  ένα ακόμη σχόλιο, κεντημένο πάνω στο παίγνιον του Κόσμου.
Ευτυχώς αυτή η γενιά νέων ανθρώπων, είναι ξανα έτοιμη να μιλήσει για αυτή την συνειδητοποίηση, μέσα από τις διαφορετικές φωνές της, όπως εδώ συμβαίνει με αυτήν του Αλέξανδρου. Είναι έτοιμη με πάθος και συναίσθημα να σχολιάσει την βιωματική συνέχεια των αισθήσεων και των στιγμών, που δεν παύει να εκδιπλώνεται μέσα από όλες τις προσπάθειες και όλα τα παρελθόντα και τις ενδεχομενικότητες του μέλλοντος που μας ακολουθούν.
Είναι εδώ, και είναι έτοιμη και ώριμη πλέον, να αναφερθεί σε αυτή την τόσο εμφανή αλλά και συνάμα δύσκολα αντιληπτή μέσα στον βόμβο των υπνωτισμένων αέναων ροών των τεχνικών εικόνων και των σημείων του πολιτισμού μας, αλήθεια. Χρειάζεται κάποιες φορές να φορέσουμε γυαλιά αποκαλυπτικά ακόμη και εάν τα μάτια μας νομίζουν οτι βλέπουν την αλήθεια χωρίς αυτά! 
Χρειάζεται να τα φορέσουμε θαρραλέα και σαν τις ηρωίδες της “Winona”  σκληρά αλλά και διεισδυτικά, να δεχθούμε τον χρόνο, το χωρίς φτιασιδώματα παρόν και την μνήμη όσων είχαμε- δεν έχουμε πλέον αλλά παρότι ακόμη και εάν θα ξανάχουμε στο μέλλον, εντέλει , κάποια στιγμή, θα χάσουμε οριστικά. Χρειάζεται πράγματι και για πάντα, εξαγνισμένοι στην τελετουργία της έμβιας άφεσης που έχουμε συντελέσει εντός μας στην αναγνώριση της, να επιτρέψουμε, επιτέλους, στους θρυμματισμένους εαυτούς μας, μετά το απομεσήμερο και τη λάμψη της ημέρας, προχωρήσουμε μπροστά και να αφήσουμε τις εικόνες που μας στοιχειωσαν, πίσω. 

 

 

 

  • Δραματική
  • 2018
  • 101′
  • Σκηνοθεσία: Σεμπαστιαν Λελιο
  • Με τους:  Τζούλιαν Μουρ ,  Τζον Τορτούρο ,  Μάικλ Σέρα 

από τον Γιάννη Ραουζαίο

Γκλόρια

Gloria Bell

4 out of 5 stars (4 / 5)

Κορυφαία ταινία της εβδομάδας είναι αναμφίβολα η ταινία Gloria.  Η Τζουλιάν Μούρ δίνει μια συγκλονιστική ερμηνεία στον ρόλο μιας μεσήλικης μορφωμένης γυναίκας που η σχέση της με την υπόλοιπη ζωή της και τις επιλογές της περνάει σε κρίση, καθώς η συνειδητοποίηση του μεγαλώματος αλλά και η φοβερή μοναξιά που βιώνει, την φέρνουν στα όρια. Η φωτογραφία φέρνει στον νου επιλογές του ευρωπαικού σινεμά, με τα χρώματα να είναι καλυμμένα απο ένα ψυχρό γκρίζο φίλτρο και την κίνηση της ηρωίδας απο την δουλειά στο σπίτι, στην συνάντηση με την κόρη της ή στην συμπαράσταση της προς την υποψήφια για απώλεια της θέσης εργασίας της φίλη της, να χαρακτηρίζεται απο μια υποβόσκουσα και αυξανόμενη ένταση.  Η μουσική  παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στην  κινηματογραφική περιγραφή των διαφορετικών ψυχικών επιπέδων της κάθε σκηνής, πέρα απο την απλή εκφορά των διαλόγων. Η απεγνωσμένη ερωτική σχέση που δημιουργεί με έναν τύπο γεμάτο μυστικά τον οποίο γνωρίζει ένα βράδυ σε ένα μπάρ (Τζών Τορτούρο), θα είναι στην εξέλιξη της η σταγόνα που θα ξεχειλίσει την οργισμένη θάλασσα των συμπιεσμένων συναισθημάτων της προς μια εναγώνια επιδίωξη υπέρβασης ή έστω Κάθαρσης!

 

Δείτε εδώ το τρέιλερ της ταινίας:

 

 

Μαζωμένος
Ο σκηνοθέτης του Lines, Βασίλης Μαζωμένος

 

  • Δραματική
  • 2017
  • 88′
  • Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαζωμένος
  • Με τους: Θέμη Πάνου, Τάσο Νούσια, Άννα Καλαϊτζίδου, Θόδωρο Κατσαφάδο.

 

Lines

από τον Γιάννη Ραουζαίο

Lines (Μια ταινία μία γνώμη)

 

H ταινία Lines του Βασίλη Μαζωμένου, είναι ένα πολυεδρικό δράμα αξιώσεων. Ο σκηνοθέτης, δημιουργός ρήξεων στη συνέχεια του σώματος του ελληνικού κινηματογράφου, στο Lines μας έχει δώσει την ανώτερη έως τώρα δημιουργία του, αυτήν ενός συνεπούς σινεμά όπου η ρεαλιστικότητα του εκδηλώνεται διαμέσου μίας προσέγγισης αμιγώς φαινομενολογικής. 
Χωρίς να απεμπολεί  ούτε δευτερόλεπτο την μοντερνιτέ αντίληψη και προσέγγισή του, αναπτύσσει τις ιστορίες του φασματικά, αλληλοσυμπλέκοντας την μιά με την άλλη σε ένα κρεσέντο διαρκούς έντασης όπου ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι το ίδιο το περιβάλλον που εξελίσσονται και που τις έχει γεννήσει στην διάρκεια του.
Η συντάσσουσα μορφή ενός geist καταστροφής και μιάς παρελθούσας κοσμοεικόνας νοήματος πλάι στην συντετριμμένη ψυχική ισορροπία του παρόντος βρίσκονται σε διαλεκτική σύγκρουση αφήνοντας πίσω τους συντρίμια της έντασης τους την ωμή κυριαρχία και την ψυχολογική καταβαράθρωση. Η μορφή του αστυνομικού των Μ.Α.Τ που, στην κατά την γνώμη μου κορυφαία σκηνή της ταινίας, γονατίζει κατά την διάρκεια  μιάς σύγκρουσης στον δρόμο με την ασπίδα και το γκλόμπ του να ακουμπούν στην γή και έχοντας μεταμορφωθεί στην εικόνα- στάση  ενός Ρωμαίου Λεγεωναρίου την στιγμή της αποδοχής του αναπόφευκτου τέλους, μεταφέρει στην μορφή του προτύπου κυριαρχίας που αυτός εκπροσωπεί μια πορεία του Τραγικού, που ολοκληρώνεται με το πέταγμα από το σώμα του όλων των ρούχων του. Μία γυμνή ζωή; Ένας Homo Sacer που προσφέρεται στο κοινό, ως ένα έτοιμο Ιερό Θύμα, χωρίς ρόλους αλλά και χωρίς δικαιώματα, έχοντας αφήσει στην εικόνα της γύμνιας του όλους τους ρόλους οι οποίοι αναπαράγουν τόσο τα μοντέλα κυριαρχίας όσο και οι αντιστάσεις-εικόνες τους;
 Η τραγικότητα αλλά και η ρομαντική συντριβή πέρα από τα υπάρχοντα και μή επαρκή πλέον νοήματα και σημασίες, δίνουν ζωή σε αυτή την τόσο χαρακτηριστική σκηνή και φυσικά ορίζουν υπογείως την ροή της αναζήτησης και ανάγκης νέων νοηματικών συγκροτήσεων μέσα σε κολλοσιαίες κοινωνικοπολιτισμικές τεκτονικές κινήσεις.  Στις ημέρες που διανύουμε, αυτού του νέου και τρομερού αιώνα, η αντιμετώπιση της Πτώσης και της αρνητικής ενέργειας που αυτή σηκώνει πάνω της  είναι το κυρίως διακύβευμα τόσο ημών όσο και της τέχνης μας, εάν αυτή θέλει να συνεχίζει να ονομάζεται έτσι και να μην μετατρέπεται σε μιά απολογητική της Κυριαρχίας, του Τεχνικού Ολοκληρωτισμού, και του επερχόμενου τέλους της ανθρωπότητας όπως την γνωρίζουμε! 
Ο Τ.Νούσιας από την άλλη πλευρά σε μιά άλλη πολύ σημαντική σκηνή – στιγμή, μόνος απέναντι σε μιά μηχανή-σύμβολο που διαλύει τον χώρο του, σαν ένας εν εκρήξει ψυχής πάλαι ποτέ Γ.Φούντας, δίνει μία πραγματικά σπαρακτική ερμηνεία, συμπληρώνοντας στην ταινία, μαζί με την εικόνα του άστεγου, ένα ψηφιδωτό μορφών οι οποίες υπάρχουν πέρα από την συμβατική χρονικότητα της εποχής τους, υπερυψωμένες σε ένα επίπεδο ιδεών όχι πρός διάλογο αλλά πρός σύγκρουση και εν αντιφάσει. Που υπάρχουν σε μια αναζήτηση κάποιας νεάς θέσης, κάποιας κρυμμένης ευγένειας, κάποιας “άλλης” κατάφασης.
Θα είμαστε αρκετοί απέναντι στις επιταγές των καιρών μας; Ως άνθρωποι του πνεύματος και των τεχνών, θα μπορέσουμε να αρθρώσουμε έναν ύστατο λόγo υπέρβασης τόσο της συντριπτικής βαρβαρότητας της τεχνικής κανονικοποίησης όσο και στην μετάλλαξη των τελευταίων συναισθημάτων  ανθρώπινης χαράς, σε εκρήξεις ατελέσφορης βίας; 
Τα ερωτήματα που κρύβονται στις αναγνώσεις έργων όπως το Lines είναι πολλά και μας προκαλούν. Θα επιχειρήσουμε έστω να απαντήσουμε σε κάποια;
Γ.Ραουζαίος

 

Δείτε εδώ το τρέιλερ της ταινίας:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  • Δραματική
  • 2018
  • 188′
  • Σκηνοθεσία  Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν  με τους:  Σερκάν Κεσκίν ,  Ντογκού Ντεμίρκοϊ ,  Μουράτ Σεμσίρ 

από τον Γιάννη Ραουζαίο

Άγρια Αχλαδιά

4.5 out of 5 stars (4.5 / 5)

Για άλλη μιά φορά ο Νουρίζ Μπιλγκέζ Τζειλάν αποδεικνύεται ένας τεράστιος δημιουργος του σύγχρονου σινεμά. Η χρήση των συμβολισμών φτάνει σε δυσθεώρητα επίπεδα κινηματογραφικής δημιουργικής πράξης, πρός όφελος μιάς βαθύτατης και ποιητικής αλλά συνάμα πολύ σκληρής πραγματικότητας της σύγχρονης Τουρκίας. Ξανά αγαπημένα του θέματα, όπως η πραγματικότητα στην επαρχία, αλλά και ταυτόχρονα τα αδιέξοδα των νέων ανθρώπων σήμερα κυριαρχούν.
 Οι συνθήκες ζωής και συνύπαρξης τόσο διαφορετικών ανθρώπων και δομών μεταξύ τους, δημιουργούν ένα κουβάρι εξελίξεων και περιγραφών που αλληλοσυμπλέκονται μεταδίδοντας κατευθείαν στον ψυχισμό του θεατή μαγεία αλλά και άγχος διάσπαρτο σε όλο τον ιστό της ταινίας. Είναι επίσης φορές που μέσα από εξαιρετικούς διαλόγους που πότε φλερτάρουν με τον υπαρξισμό  και την κριτική ενάντια στην κενολογία ενός μεγάλου κομματιού της σύγχρονης τέχνης, και άλλοτε με την ψυχαναλυτική ενδοσκόπηση(η σκηνή με τον “Δούρειο ίππο” που κρύβεται για λίγο ο κεντρικός χαρακτήρας, ή σκηνές από κάποια αυτοκτονία,παράξενα φλάσμπακ ανάμεσα στο όνειρο και τη  πραγματικότητα πότε με τα μυρμήγκια στο πρόσωπο του μωρού πατέρα του και πότε με κάποιο encounter με χαρακτήρες που τους είχαμε συναντήσει σε ρεαλιστικά πλαίσια νωρίτερα) που ο Τζειλάν μας μεταφέρει αυτούσιο και πλήρες έντασης ένα πολυπρισματικό ψηφιδωτό μιάς κοινωνίας σε βαθιά κρίση που οι επιλογές που της διανοίγονται δεν είναι παρά αυτές κάποιου είδους κατάρευσης ή ακρείων ενεργειών.
 Η μεγάλη διάρκεια της ταινίας δεν είναι εμπόδιο φυσικά αλλά αντίθετα συνεργεί στην ολοκλήρωση του πλέον μεσού έργου του σκηνοθέτη καθώς δεν αφήνει τελικά τίποτε απέξω από το σχόλιο και την δύναμη της κριτικής του.
Υπάρχει διέξοδος σε όλο αυτό θα αναρωτηθεί ο θεατής καθώς βήμα-βήμα βρίσκεται περικυκλωμένος στην διήγηση αυτού του κόσμου σε κατάσταση εξόδου; Ο Τζειλάν μοιάζει να αφήνει κάποιες πύλες ανοικτές κοιτάζοντας προς την την πράξη και το έργο κάποιων σε διαρκή πόλεμο με την βαρβαρότητα του περιβάλλοντος τους νέων ανθρώπων. ίσως όπως μας είχε πεί σε συνέντευξη στο παρελθόν, μέσα από την περιγραφή του πόνου και μέσα από ένα χιούμορ σε στιγμές μαύρο-κατάμαυρο, κάποιος να ευαισθητοποιηθεί, κάποιος να πιστέψει.
 Κάποιος πιστεύοντας , να κάνει την πίστη του τελικά πράξη!

 

 

 

  • Δραματική
  • 2018
  • 125′
  • Σκηνοθεσία: Κάρλος Βερμούτ
  • Με τις: Νάγιουα Νίμρι, Έβα Γιοράτς, Κάρμε Ελίας, Ναταλία Ντε Μολίνα

από τον Γιάννη Ραουζαίο

Ποιος θα σου τραγουδήσει

3 out of 5 stars (3 / 5)

Η κατοπτρική σχέση δύο γυναικών που στο τέλος η ζωή της  μίας μοιάζει να ενώνεται με την ζωή της άλλης είναι η υπόθεση αλλά και ταυτόχρονα ο πυρήνας που “σπρώχνει” το νοηματικό ιστό αυτής της όμορφης ταινίας. Ο Βερμούτ, προσεγγίζει το θέμα του με μία μπαρόκ, θα λέγαμε, ευαισθησία στην σκιαγράφηση των χαρακτήρων, το ηχητικό και μουσικό υπόβαθρο αλλά και την ποότητα της φωτογραφίας και των αισθητικών επιλογών του στην χρήση της κάμερας. Χωρίς να είναι η ανώτερη έως τώρα δουλειά του, παρόλ’αυτά, στέκεται πάνω από την κάμερα, σαν ένας ερευνητής αλλά και στοχαστής των αναθρώπινων συμπεριφορών και χαρακτήρων, αλλά και των ψυχαναλυτικών διαστάσεων για την ταύτιση και την συσσωρευμένη απωθημένη ενέργεια ως υποκινητή της, δίπλα στην ανασφάλεια αλλά και τη σκοτεινή έκφανση του ναρκισσισμού. Αυτό το ελλειπτικό δράμα, απόλυτα προσδεδεμένο στη μουσική αλλά και σε αυτό που είναι η έννοια “σκηνή” για έναν καλλιτέχνη, εξελίσσεται με μνημονικά άλματα και ψυχολογικές καταδύσεις στο άγνωστο δίνοντας μας μας ένα αποτέλεσμα απόκοσμο αλλά και γοητευτικό, με την θλίψη και τη βίωση της απουσίας ως κλείσιμο και κάθαρση του.

 

 

  • Δραματική
  • 2018
  • 135′
  • Σκηνοθεσία: Αλφόνσο Κουαρόν. Με τους: Γιαλίτζα Απαρίσιο,  Μαρίνα ντε Ταβίρα, Νάνσι Γκαρσία, Χόρχε Αντόνιο Γκερέρο

από τον Γιάννη Ραουζαίο

Roma

4.5 out of 5 stars (4.5 / 5)

Φορτωμένη με βραβεία, η παραγωγή του netflix που τάραξε τα νερά επιβάλλοντας ένα καινούργιο πρότυπο για τη διανομή απέναντι στο ήδη υπάρχον μοντέλο, έφτασε και στην Ελλάδα. Ο Αλφόνσο Κουαρόν του εκπληκτικού Gravity, γυρίζει στην Γή και στην μνήμη μέσα από την χρήση πολλών αυτοβιογραφικών στοιχείων για την παιδική του ηλικία στο Μεξικό της δεκαετίας του 70, τις γυναίκες που των μεγάλωσαν αλλά και για το εξαιρετικά ταραγμένο πολιτικό σκηνικό, μιάς χώρας όπου, τουλάχιστον εκείνη την περίοδο, το φοιτητικό και αγροτοεργατικό της κίνημα διεκδικούσε ακόμα και την πιθανότητα μιάς κοινωνικής επανάστασης.
‘Εχουμε εδώ μία καθαρά auteur ταινία σε ασπρόμαυρο, με την ηχητική μπάντα να αυξομειώνετια σε επιλεγμένα σημεία, προβάλλοντας με τον ήχο τις ιδιαίτερες συναισθηματικές διακυμάνσεις των χαρακτήρων με αποκορύφωμα φυσικά την μεγάλη σεκάνς με τον ωκεανό στο φινάλε της ταινίας και την αντανάκλαση στους ήχους των κυμάτων των διλλημάτων αλλά και της έντασης που έχει αντιμετωπίσει η κεντρική ηρωίδα, υπηρέτρια ινδιανικής καταγωγής, σε όλη την διάρκεια του έργου. Η αγριότητα του πληβειακού λαικού στοιχείου επίσης είναι παρούσα σε σκηνές όπου αυτο το οικειοποιείται η κυριαρχία και το μεξικανικό κατεστημένο της εποχής, για να το χρησιμοποιήσει στην άγρια καταστολή των φοιτητικών διαδηλώσεων, κάνοντας μέσα από την προσέγγιση του Κουαρόν, ένα σχόλιο για τις κρυμμένες σκοτεινές πλευρές ενός λαικισμού που ανά πάσα στιγμή μπορεί με απόλυτα ιδιότελή κίνητρα αλλά και εξαιτίας του πολύ χαμηλού επιπέδου κουλτούρας που τον διακρίνει, να στραφεί στο να υπηρετήσει τυφλά τους κύκλους εκείνους που κατάλληλα θα τον χειραγωγήσουν και θα τον κατευθύνουν ενάντια στους κοινωνικούς αγώνες. 
Το ψυχολογικό στοιχείο όπως εκφράζεται από τον πατέρα που φεύγει από το σπίτι για να ζήσει μιά ερωτική περιπέτεια, την σύζυγο που θα κάνει τελικά ένα άλμα πρός μιά άλλη ζωή αφού επιτυγχάνει να διαχειριστέι το πένθος, και τη σχέση των παιδιών με την υποδειγματικά ερμηνευμένη και σε πολύ σοβαρή εσωτερική κρίση σε σχέση με μιά επιλογή της, υπηρέτρια της Yalitza Aparicio, γίνεται τελικά στις εκφράσεις του μέσα από τη ροή των εικόνων, το νήμα που συνδέει σε ένα σφιχτό κινηματογραφικό οικοδόμημα-ελεγεία, για μια γενιά και μιά ιστορική περιόδο στις σχέσεις και τις αντιφάσεις, των χαρακτήρων που την συναποτέλεσαν αλλά και των επιγόνων της που διανύουν εδώ μιά παιδική ηλικία με προκλήσεις αλλά και ελπίδες.    

 

 

 

  • Ντοκιμαντέρ 
  • 2018
  • 115′
  • Σκηνοθεσία: Μαρκ Κάζινς

από τον Γιάννη Ραουζαίο

Το Βλέμμα του Όρσον Γουέλς

4.5 out of 5 stars (4.5 / 5)

Δεν χρειάζονται πάρα πολλά λόγια στην πραγματικότητα για να αναφερθούμε στην παρουσία και την πράξη στα κινηματογραφικά πράγματα του Μ.Κάσινς. Ο κριτικός κινηματογράφου και εξαίρετος ντοκιμαντερίστας μάς είχε ήδη δώσει πρίν από την ταινία στην οποία αναφερόμαστε σήμερα, την πάρα πολύ σημαντική σειρά δοκιμίων “H ιστορία του κινηματογράφου”(“The story of film: An Odyssey”) που μέσα στη χρονική διάρκεια-ποταμό μιας αλληλουχίας 15 ωριαίων επεισοδίων επετύγχανε όχι μόνον να παρουσιαστούν τα βασικότερα ρεύματα και δημιουργοί της ιστορίας του κινηματογράφου, αλλά ταυτόχρονα να μεταγγίσει το καθαρό σώμα-πράξη της κινηματογραφικής φόρμας και οχήματος, στο πνεύμα του υποψιασμένου ή και ανυποψίαστου ακόμα θεατή.
Στο “Βλέμμα του Όρσον Γουέλς” έχουμε έναν ακόμα θρίαμβο για τον Κάσινς αλλά πολύ πιο συμπυκνωμένο χρονικά αυτή την φορά. Η δομή της ταινίας είναι ουσιαστικά ένας φανταστικός διάλογος, σε δεύτερο πρόσωπο, με τον μεγάλο πρωτοπόρο του κινηματογράφου, όπου η πολιτική στόχευση, η παιδική ηλικία, οι έρωτες αλλά και η καθαυτό πορεία του ως δημιουργού, περιγράφονται περίφημα σε μια σειρά κεφαλαίων που, εάν δεν ήταν κινηματογραφικά, κάλλιστα θα μπορούσαν μέσα από την λογοτεχνική ανάπτυξη τους, να αποτελέσουν το υλικό ενός βιβλίου, και μάλιστα μπέστ σέλερ, εάν η αρτιότητα των περιεχομένων των εικόνων και του μοντάζ τους της ταινίας είχαν καταφέρει να γίνουν λέξεις και προτάσεις ευαίσθητες και διεισδυτικές.
Ο Κάσινς περνάει κεφάλαιο στο κεφάλαιο από την  μια περίοδο στην άλλη της ζωής του Γουέλς, φωτίζοντας με γλυκύτητα και ευγένεια, πάνω και μέσα από τις διηγήσεις. Ο Γουέλς , τα κείμενα που έχουν γραφτεί για αυτόν αλλά και το περιεχόμενο και η ριζοσπαστικότητα αυτής της προσωπικότητας,  θα έλεγε κανείς, όπως αφήνει να εννοηθεί ξεκάθαρα και ο ίδιος ο Κάσινς , οτι όπως όλοι οι πραγματικά μεγάλοι δημιουργοί, τράφηκε, μέσα από τις αντιφάσεις του χαρακτήρα της αλλά ταυτόχρονα, κατάφερε όχι μονάχα να περικλείσει την λεπτοφυή ουσία της ισορροπίας αυτών των αντιφάσεων και εντάσεων μέσα στην  φόρμα του καλλιτεχνικού  του έργου αλλά και να στηρίξει μιά καθόλα πληθωρική παρουσία και δράση της οποίας τα αποτελέσματα ακόμα και τώρα θέτουμε εμπρός μας , όλοι εμείς οι άνθρωποι του κινηματογράφου, πρός διερεύνηση και ποικίλες αναγνώσεις. 
Το πόνημα του Κάσινς, που κατά την γνώμη μας παρότι υποστηρίχτηκε σε περιπτώσεις από κριτικές φωνές οτι το πράττει, δεν χαιδεύει ούτε αγιοποιεί το πνεύμα και την πορεία του Γουέλς. Αντίθετα εκείνο που συμβαίνει εδώ είναι οτι καθαρά κινηματογραφικά, ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ, φτιάχνει στο πρώτο μέρος(όπως τόσο πολύ θα άρεσε και στον ίδιο τον Γουέλς!) ένα κομμάτι που όντως θυμίζει εξωραισμένη αγιογραφία(ρομαντικός, αντιρατσιστής μαχητής για τα δικαιώματα των πιο αδύναμων) για να εισάγει τις πιο αμφιλεγόμενες και σκοτεινές πλευρές του στο δεύτερο μέρος(εγωιστής womanizer αλλά και εραστής της δύναμης και της κυριαρχίας στο περιβάλλον του και τους άλλους) ώστε στο τέλος και στον επίλογο του , αυτό που λίγο έως πολύ να μένει, να είναι ακριβώς αυτό το:”… πιο πέρα”πραγματικός πυρήνας του σύνολου έργου του Γουέλς.
 Αυτή η ιδιαίτερη αύρα του Γουέλς, ο σαρκασμός προς την κανονικότητα αλλά και ο αυτοσαρκασμός που έκρυβε πάντα μέσα “…στις αλήθειες και τα ψέματα” του έργου και της προσωπικής του φιλοσοφίας,  αποτυπώνεται περίφημα στον επίλογο της ταινίας, στο ψευδογράμμα- απάντηση του …ίδιου του Γουέλς πρός τον Κάσινς (με τη φωνή του Τζάκ Κλάφ να υποδύεται αυτήν του Γουελς), και που μέσα απο τους αστεισμούς και την ειρωνεία, μοιάζει να λέει σε εκείνον αλλά και σε όλους εμάς:” Είμαι όλα αυτά, τίποτε από όλα αυτά και κάτι φευγαλέο ακόμα που μόνον όσοι ανοίγονται αισθαντικά στις εικόνες και στο έργο μου, μπορεί να συλλάβουν”!
Το “…βλέμμα του Όρσον Γουέλς” είναι ένα από τα λίγα ντοκιμαντέρ-δοκίμια πάνω σε έναν κολοσσιαίο κινηματογραφικό δημιουργό, που έχουν καταφέρει να συμπυκνώσουν τον άνεμο που τον διαπερνά σε κάθε στιγμή της πορείας του και μπορεί άνετα να σταθεί δίπλα σε κορυφαία ανάλογα έργα σαν το “Μιά ημέρα στην ζωή του Α.Αρσένιεβιτς”(για τον Ταρκόφσκι), του Κρίς Μαρκέρ!

 

 

“Μου άρεσε πολύ ο τρόπος με τον οποίο η Lady Bird ήταν ταυτόχρονα ένα σύγχρονο κορίτσι και η πεμπτουσία της έφηβης, καθώς η ουσία του να είσαι κορίτσι παραμένει πάντα η ίδια”

Lady Bird

Μια προσωπική ματιά στην ταινία, από την Πανδώρα Παυλίδου

Αναδημοσίευση από το blog pandorapavlides.wordpress.com

Πριν από λίγο καιρό είδα το Lady Bird. Οι κριτικοί κινηματογράφου μιλούσαν πολύ γι’αυτό, και ψιλοανησύχησα. Γιατί αυτό συχνά σημαίνει πως ξεκινάς με πολύ υψηλές προσδικίες για την ταινία και καταλήγεις να απογοητεύεσαι. Ενας- δυο φίλοι μου, εξάλλου, μου είχαν πει πως περίμεναν περισσότερα από αυτήν την ταινία.

Μου άρεσε, και δεν απογοητεύτηκα καθόλου. Δεν ήταν βέβαια τέλεια και δεν ήταν ριζοσπαστική. Η αλήθεια είναι ότι καθώς υπήρξα κι εγώ έφηβη στην δεκαετία του ’90, είδα μάλλον λίγες παρόμοιες ιστορίες ενηλικίωσης στην εποχή μου. Όμως πάει καιρός από τότε που έχει ξαναγυριστεί ταινία αυτού του είδους για έφηβες και ποτέ δεν θα πω πως υπάρχουν πάρα πολλές ταινίες για νεαρά κορίτσια και για γυναίκες.

KH72YP-920x584

Όταν έβλεπα ταινίες σαν κι αυτήν, το ’90, είχα την ίδια ηλικία με τις πρωταγωνίστριες. Έτσι τα ένοιωσα όλα στο πετσί μου και μπόρεσα να ταυτιστώ με τα κορίτσια. Τώρα έχω πια μεγαλώσει και μπορώ να παρατηρώ τους χαρακτήρες από την απόσταση που έχει κάποιος που τα πέρασε όλα αυτά και έφτασε στην άλλη όχθη.

Μου άρεσε η Lady Bird, ακόμα και όταν ήταν μπερδεμένη και αντιδρούσε εντελώς εφηβικά. Μου άρεσε ακόμη κι όταν κατέληγα να ταυτίζομαι με την μητέρα, επειδή είμαι πλέον σε άλλη ηλικία. Ήταν μια απλή και ανεπιτήδευτη ταινία, μια indie ταινία με όλη την καλή έννοια που περικλείει ο όρος: αναζωογονητική και νεανική, αισιόδοξη και ελπιδοφόρα.

Μου άρεσε πολύ ο τρόπος με τον οποίο η Lady Bird ήταν ταυτόχρονα ένα σύγχρονο κορίτσι και η πεμπτουσία της έφηβης, καθώς η ουσία του να είσαι κορίτσι παραμένει πάντα η ίδια.

Έτσι, όλες εσείς οι πιθανές σκηνοθέτιδες, πιάστε στο χέρι μια κάμερα και κάντε περισσότερες ταινίες για τις γυναίκες και τα κορίτσια. Υπάρχουν τόσες ιστορίες γένους θηλυκού που περιμένουν να ειπωθούν!

 

 

Μ. Τριανταφυλλίδου από την ταινία “Η δουλειά της”

 

Η ταινία είναι υπέροχη χάρη στην πρωταγωνίστρια, Μ. Τριανταφυλλίδου, και στην επιλογή του σκηνοθέτη να κάνει συχνά κοντινά πλάνα που μας δείχνουν κάθε έκφραση χαράς και θλίψης στο πρόσωπό της.

TIFF 2018 Review

Zhou Meiyan, από την ταινία “Μεϊλί”

Δύο γυναίκες, δύο παράλληλες ιστορίες

Στο φετεινό 59ο Δ.Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τις δύο κατά τη γνώμη μας σημαντικότερες γυναικείες ερμηνείες. Οι πρωταγωνίστριες του “Η Δουλειά της” του Ν. Λαμπώ και το “Μει-Λι” του Ζού Ζού, δηλαδή η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου και η Τσί Γούν, κυριολεκτικά μαγνήτισαν το βλέμμα μας και μας μετέδωσαν με μοναδικό τρόπο τα δραματικά συμβάντα στον βαθιά καταπιεσμένων από του περίγυρους τους αλλά και από την ευρύτερη κοινωνική συνθήκη που βρίσκονται, ζουν και εξελίσσονται οι χαρακτήρες τους.
Δύο γυναίκες της εργατικής τάξης λοιπόν η μία στην Κίνα και η άλλη στην Ελλάδα, υπάρχουν και επικοινωνούν εξωκειμενικά μεταξύ τους προτείνοντάς μας δύο πορτραίτα με εξαιρετικό βάθος δραματουργικά αλλά και ταυτόχρονα δύο εξαιρετικά ψυχογραφήματα.
Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου στο ρόλο της 37χρονης Παναγιώτας (για τον οποίο μάλιστα τιμήθηκε με το βραβείο ερμηνείας του 59 Δ.Φ.Κ.Θ) ερμηνεύει υποδειγματικά μία σχεδόν αναλφάβητη γυναίκα, που έχει έρθει μαζί με τον σύζυγο της από την επαρχία, έχει δημιουργήσει οικογένεια με δύο παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι, και δοκιμάζεται σκληρά όχι μόνον από την οικονομική κρίση που έχει χτυπήσει σκληρά το οικονομικό στάτους του σπιτιού της, αλλά και από την καταπιεστική πατριαρχική σχέση στην οποία την υποβάλλει ο άντρας της, δίπλα στην βαθιά υποτιμητική ματιά που της επιφυλάσσει η κακομαθημένη κόρη της. Η Τριανταφυλλίδου χτίζει το ρόλο της μέσα από στιγμές όπου έχουμε την ευκαιρία να την δούμε να μεταμορφώνεται από μια νοικοκυρά στα πρόθυρα κατάθλιψης σε ένα πλάσμα το οποίο σιγά-σιγά αρχίζει να επενδύει σε κάποιο μέλλον που θα προέρχεται πλέον αποκλειστικά από εκείνη. Φυσικά η κοινωνική συνθήκη σύντομα βρίσκεται ύπουλα να δημιουργεί έναν κλοιό εκμετάλλευσης όπου η καλοπροαίρετη Παναγιώτα, θα βρεθεί κάποια στιγμή να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της όλο και περισσότερο στην καθημερινότητα την δική της και των άλλων. Ο ρόλος της Παναγιώτας, πέρα από το ότι ανοικτά προβάλει τα πολλαπλά επίπεδα της εκμετάλλευσης μιας σύγχρονης εργάτριας στην  Ελλάδα και όχι όπως έχουμε συνηθίσει σε διάφορες άλλες παραγωγές, μιάς εργαζόμενης σε γραφείο της μεσαίας τάξης, είναι ταυτόχρονα και ένας ρόλος ενδοσκοπικός, με την ηρωίδα, εσωστρεφή αλλά  και ευαίσθητη, να επιδιώκει σιωπηλά τις ρήξεις και τις τομές που όλη η πραγματικότητα μόνον ως φαίνεσθαι έμοιαζε, έως την στιγμή της πρόσληψής της έστω ως καθαρίστριας σε ένα Mall, να της υπόσχεται. Η Τριανταφυλλίδου επιτυγχάνει μιά σπάνια εξισορρόπηση οικονομίας και υπόγειας έντασης στον ρόλο της ως Παναγιώτας, διατηρώντας ταυτόχρονα την διαρκώς υποβόσκουσα όχι μόνον προσωπική και υπαρξιακή αλλά και πολιτική διάσταση που αυτός ο χαρακτήρας-σύμβολο εκπέμπει και αποπνέει. 
H Τσί Γούν από την άλλη πλευρά, κατά τη γνώμη μας η δεύτερη και εξίσου σημαντική γυναικεία ερμηνεία στο 59 Δ.Φ.Κ.Θ, στο πρόσωπο μιάς νεαρής όμορφης εργαζόμενης σε μιά πόλη της Κίνας, μας δίνει το συγκλονιστικό πορτραίτο μιάς πληγωμένης ήδη από την παιδική της ηλικία νέας γυναίκας, που βρίσκεται να την “βάζουν στην γωνία” και να την εκμεταλλεύονται τόσο η αδερφή και ο κουνιάδος της (τους γονείς της τους είχε χάσει από μικρή) όσο και τα περισσότερα πρόσωπα πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων – συμπεριλαμβανομένης και της ερωμένης της. Στο πρόσωπο ενός κοριτσιού που απλώς αποζητά λίγη αγάπη και που η οργή από την αγριότητα της εκμετάλλευσης και της πίεσης που δέχεται λειτουργεί σωρευτικά, η μούσα του έργου του, όπως μας την χαρακτήρισε σε προσωπική συνέντευξη που μας έδωσε ο σκηνοθέτης Ζού Ζού, προσφέρει  μια ερμηνεία ζωής ακολουθώντας την δομή και την συγκρότηση μιας κλασσικής τραγωδίας! Μια προσωπικότητα σε  καθοδική δίνη, από κάποια στιγμή και μετά συνεχώς στα όρια, γεμάτη πόνο, ένταση και θλίψη σε μιά αγάπη η οποία δεν έρχεται ποτέ ενώ η σκιά της συνεχούς προδοσίας σκεπάζει το όμορφο πρόσωπο της, σαν τα δάκρυα και τους θλιμμένους στίχους του τραγουδιού που ερμηνεύει καραόκε σε μία από τις κεντρικότερες σκηνές της ταινίας. Το πάθος, η δύναμη, αλλά και η ευγένεια που δεν εγκαταλείπει ποτέ στο βάθος του αυτόν τον τραγικό χαρακτήρα μεταδίδονται λεπτό στο λεπτό  μέσα από τις λέξεις, τα ξεσπάσματα, τις κινήσεις και τις συσπάσεις του σώματος και του προσώπου της Τσί Γούν, και δεν μας αφήνουν σε ησυχία ούτε για μιά στιγμή μέχρι το αναπόφευκτο φινάλε.